ξυλόβιδα

ξυλόβιδα
η деревянный шуруп, винт

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ξυλόβιδα" в других словарях:

  • ξυλόβιδα — η τεχνολ. είδος συνδετικού κοχλία κατάλληλου για σύνδεση και στερέωση σε ξύλο, πλαστικό ή άλλα ενδοτικά υλικά …   Dictionary of Greek

  • ξυλόβιδα — η βίδα για ξύλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»